Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011


Στα διάφορα κυνήγια, όπως στο ορτύκι, την πέρδικα, το μπεκατσίνι κ.λπ., μπορεί κανείς να δοκιμάσει και χωρίς σκυλί, όμως στο ψάξιμο της «βασίλισσας του δάσους», που το χρώμα της μοιάζει με το χρώμα των ξερών φύλλων, είναι αδύνατο χωρίς τον πολύτιμο βοηθό.
Γενικά, όλα τα πουλόσκυλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κυνήγι της μπεκάτσας, αλλά προτιμώνται, κατ' αρχήν, εκείνα που αφενός έχουν μεγάλη βούληση και δεν φοβούνται τ' αγκάθια, τους πυκνούς θάμνους και τις κακοκαιρίες και αφ' ετέρου δεν απομακρύνονται πολύ, ώστε με τη φέρμα τους, να επιτρέπουν στον κυνηγό να πλησιάσει στην κατάλληλη απόσταση για να μπορέσει να πυροβολήσει ή (όταν πρόκειται για σκύλους ερευνητές - ξεσηκωτές, όπως τα σπάνιελς) να σηκώνουν το θήραμα στα 15-20 μέτρα.
Υπάρχουν καλά μπεκατσόσκυλα στις διάφορες ράτσες πτερωτού θηράματος, τόσο στις αγγλικές (πόιντερ, σέττερ, σπρίνγκερ, κόκκερ κ.λ.π. σπάνιελς), όσο και της ηπειρωτικής Ευρώπης (μπρακ, επανιέλ, γκριφφόν). Το πρόβλημα έγκειται στο να γίνει η κατάλληλη εκλογή, η οποία πρέπει να γίνει ανάλογα με τη φύση του εδάφους και του περιβάλλοντος, όπου γενικό ασκείται το κυνήγι, καθώς και ανάλογα με τη μέθοδο εργασίας που υπάρχει ανάμεσα στη μία και στην άλλη ράτσα.
Μπεκατσοκυνηγοί μεγάλης αξίας προτιμούν, ανεπιφύλακτα, το πόιντερ και το αγγλικό σέττερ, σκυλιά μεγάλης έρευνας και φέρμας. Άλλοι, ισάξιοι μπεκατσοκυνηγοί, αντίθετα χρησιμοποιούν το χωρίς φέρμα σπρίνγκερ και κόκκερ ή άλλες φυλές σπάνιελς, πολύ ζωηρά και φλογερά σκυλιά, που μπαίνουν και μέσα στα βάτα για να σηκώσουν τη μπεκάτσα, που κάνουν δηλαδή ψάξιμο και εργασία, γενικά, τελείως διαφορετική από τα προλεχθέντα αγγλικά σκυλιά φέρμας. Ας έχουμε μάλιστα υπόψη ότι η ίδια λέξη κόκκερ προέρχεται από την αγγλική λέξη «γουντκόκ» , που σημαίνει μπεκάτσα.
Μεταξύ αυτών των δύο ακραίων αντιλήψεων, υπάρχουν οι φίλοι του σκυλιού περιορισμένης έρευνας (μπρακ, επανιέλ, γκριφφόν), οι οποίοι προτιμούν ένα σκυλί που ψάχνει κοντά στον κυνηγό, ο οποίος μπορεί να το ακολουθεί έως τη φέρμα. Πολλά απ' αυτό τα σκυλιά, ιδίως στα δικά μας δάση, είναι ανεκτίμητα.
Ποια ράτσα, λοιπόν, θα πρέπει να διαλέξουμε; Πόιντερ, σέττερ αγγλικό, σκωτικό (γκόρντον) ή ιρλανδικό, μπρακ, κούρτσχααρ, επανιέλ μπρετόν, ντράχτχααρ, σπρίνγκερ, κόκκερ;
Για να έχουμε επιτυχία στην εκλογή του κατάλληλου σκυλιού για το κυνήγι της μπεκάτσας, πρέπει να μελετήσουμε τους διαφορετικούς τρόπους κυνηγίου της μπεκάτσας, τα διαφορετικό περιβάλλοντα και την εργασία του σκυλιού, σύμφωνα με τα προσόντα της ράτσας του. Και γενικό, πρέπει, προπάντων, (και ανεξάρτητα από τις απαραίτητες ιδιότητες, όπως όσφρηση, εξυπνάδα, υπακοή, θηραματοφορία), να έχουμε ένα σκυλί ανθεκτικό στα αγκάθια, στην υγρασία, στο κρύο και φυσικό στις ταλαιπωρίες.
Γι' αυτό, θα μιλήσουμε αναλυτικότερα για το κυνήγι με σκυλί μεγάλης έρευνας, για το κυνήγι με σκυλί περιορισμένης έρευνας και για το κυνήγι με σκύλο ερευνητή - ξεσηκωτή (σπάνιελ).
ΚΥΝΗΓΙ ΜΕ ΣΚΥΛΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι τα ταχυκίνητα και μεγάλης έρευνας σκυλιά (πόιντερ και σέττερ), δενείναι κατάλληλα για όλα τα εδάφη. Είναι ανόητο και ελάχιστα αθλητικό και ωφέλιμο, αλλά και αρκετά ριψοκίνδυνο να χρησιμοποιείται ένα ταχύτατο καλπαστικό σκυλί σε πολύ πυκνό, μπλεγμένο και ανώμαλο δάσος, χωρίς δρομάκια και μονοπάτια από τα οποία περνώντας μπορεί να αισθανθεί την παρουσία της μπεκάτσας στον διπλανό θάμνο. Όμως, αν το μονοπάτι είναι κάπως φαρδύ και ομαλό, και στις δύο πλευρές του υπάρχουν πυκνοί θάμνοι και μάλιστα ακανθώδεις, το ταχυκίνητο σκυλί θα τρέξει κατευθείαν στο μονοπάτι, προσέχοντας προς τα εμπρός, χωρίς να επιχειρήσει να μπει μέσα σε τέτοιο θάμνο ή ν' αντιληφθεί την κρυμμένη εκεί μπεκάτσα.
Αντίθετα, στα κάπως ανοικτά δάση με μικρούς και χαμηλούς θάμνους, καθώς και στους τόπους με αραιούς θάμνους, όπου το ταχυκίνητο σκυλί μπορεί ν' αναπτύξει αρκετή ταχύτητα, είναι με τη δυνατή του όσφρηση, πολύ χρήσιμο. Ο κυνηγός κερδίζει χρόνο, κάνει λιγότερο περπάτημα και μάλιστα σε ανώμαλο έδαφος και περιβάλλον και προπάντων τέτοιο σκυλί βρίσκει το θήραμα, που άλλα σκυλιά με λιγότερο δυνατή όσφρηση, δεν θα μπορούσαν ή θ' αργούσαν να το βρουν. Αλλά τέτοια δάση υπάρχουν συνήθως στις κεντρικές και βόρειες χώρες, ενώ στην Ελλάδα και γενικά στις νότιες χώρες της Ευρώπης, τα περισσότερα είναι «σφιχτά», «μπερδεμένα» και μάλιστα με βάτα και άλλους ακανθώδεις θάμνους, όπου το ταχυκίνητο σκυλί δεν μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Από τα ταχυκίνητα σκυλιά, στα μάλλον πυκνά δάση, το πόιντερ χρησιμοποιείται λιγότερο, διότι σαν βραχύτριχο, αλλά και ορμητικό, είναι πιο εκτεθειμένο στα αγκάθια και σ' άλλες κακουχίες του δάσους. Όπως είναι γνωστό, το πόιντερ είναι το «καθαρόαιμο άλογο» της πεδιάδας, ο «κύριος του αέρα» και το δάσος και επιπλέον πυκνό, δεν είναι καθόλου το στοιχείο του ή για να το πούμε πιο απλά, σε τέτοιον τόπο αδικείται, «χαραμίζεται».
Από τα σέττερς, στο κυνήγι της μπεκάτσας και στα δικά μας δάση, προτιμητέο είναι το αγγλικό,διότι σαν ανοιχτόχρωμο, είναι ορατό και μέσα στο πυκνό, σαν πιο ευλύγιστο εισχωρεί στο πυκνό, καθώς και είναι πιο ανθεκτικό. Το ιρλανδικό σέττερ χρησιμοποιείται λιγότερο διότι εκτός από το σκούρο χρώμα του, που το καθιστά δυσδιάκριτο στο πυκνό, δεν εισχωρεί εύκολα (δεν «λογγώνει» κατά τον κυνηγετικό κοινό όρο), ούτε αντέχει πολύ στις ταλαιπωρίες του δάσους. Επίσης και το σκωτικό σέττερ (γκόρντον), χρησιμοποιείται λιγότερο, λόγω του ακόμη πιο σκούρου χρώματός του, καθώς και λόγω της μεγαλοσωμίας και της λιγότερης ευλυγισίας του, δεν μπαίνει εύκολα στο σφικτό δάσος. Όμως, έχει έμφυτο το προσόν της θηραματοφορίας, αντίθετα προς τις δύο άλλες φυλές σέττερ και το πόιντερ, που μπορούν να μάθουν τη θηραματοφορία, αλλά δεν είναι σ' αυτές έμφυτη. Και όπως είναι γνωστό, η θηραματοφορία στο δάσος είναι απαραίτητη, έστω και αν δεν είναι πλήρης (όπως να παίρνει μεν το θήραμα απ' το πυκνό, αλλά να μη το φέρνει στον κυνηγό και να το αφήνει στο μονοπάτι ή στο ξέφωτο, όπου μπορεί να το πάρει ο κυνηγός). Και αυτό είναι ικανοποιητικό, όταν πρόκειται για ειδικά σκυλιά μεγάλης κλάσης, όπως το πόιντερ και το αγγλικό σέττερ.
Κυρίως για τα ταχυκίνητα πόιντερ και σέττερ, που εργάζονται σε απόσταση από τον κυνηγό και συχνά είναι αόρατα στο πυκνό, είναι αναγκαίο να τοποθετηθεί στο περιλαίμιο του σκυλιού ένα κουδουνάκι. Αυτό πρέπει να έχει απαλό ήχο, που θ' ακούγεται απ' τον κυνηγό, αλλά και να μη φοβίζει το θήραμα. Πρέπει επίσης να είναι μικρό, στρογγυλό, σαν μικρό καρύδι (όπως τα κουδουνάκια που τοποθετούν στο καπίστρι και στη λαιμαριά μερικών αλόγων), με μια σχισμή στη μέση και να είναι κολλητό (ενσωματωμένο) στο περιλαίμιο. Δεν πρέπει να είναι σαν καμπανάκι ή τριγωνικό (με γλωσσίδι) και να κρέμεται με 1-2 κρίκους ή αλυσιδίτσα, διότι (εκτός από τον ισχυρότερο ήχο του), μπορεί να μπλεχθεί σε διχαλωτό κλαδί, με δυσάρεστες συνέπειες για το σκυλί. Αν συμβεί αυτό, που θα καταλάβει ή υποψιασθεί ο κυνηγός από τις θρηνώδεις και επικλητικές φωνές του σκυλιού, δεν πρέπει να το φωνάζει, γιατί αυτό θα τραβά περισσότερο μέχρι στραγγαλισμού, αλλά να σπεύσει, χωρίς φωνές, να το απελευθερώσει, κόβοντας με το κυνηγετικό του μαχαίρι ή σουγιά, το περιλαίμιο ή το διχαλωτό κλαδί.
Το δυνατό κουδούνισμα, εκτός του ότι είναι ενοχλητικό για το σκυλί, πολλές φορές φοβίζει τη μπεκάτσα, η οποία απομακρύνεται απαρατήρητη, περπατώντας και πετώντας πίσω από ένα μεγάλο θάμνο ή φυλλώδες δένδρο. Κι αυτό είναι ένας επιπλέον λόγος ν' αποφεύγεται το πιο ηχηρό καμπανάκι. Όταν τελειώσει το κυνήγι, πρέπει ν' αφαιρεθεί το περιλαίμιο με το κουδουνάκι. Εκτός του ότι είναι ενοχλητικό (και εκνευριστικό στα ευαίσθητα σκυλιά), δεν υπάρχει πιο αντιαισθητικό και θλιβερό θέαμα να βλέπει ένας πραγματικά ποϊντερόφιλος ή σεττερόφιλος ένα θαυμάσιο πόιντερ ή αγγλικό ή πανέμορφο ιρλανδικό σέττερ με κουδούνι στο λαιμό εκτός κυνηγίου...
Ο κυνηγός στο πυκνό, που το σκυλί του είναι ή σχεδόν είναι αόρατο, πρέπει να προχωρεί πολύ προσεκτικά, και με τον πιο ελάχιστο θόρυβο, προς το κουδούνισμα, το οποίο του επιτρέπει ν' ακολουθεί τη δράση έρευνας του σκυλιού. Όταν το κουδούνισμα είναι αραιό και αδύνατο σημαίνει ότι το σκυλί επιβραδύνει τη δράση του, γιατί πλησιάζει στο θήραμα και όταν δεν ακούγεται πια, το σκυλί είναι ακίνητο στη φέρμα, οπότε ο κυνηγός κατευθύνεται προς εκείνο το μέρος. Όταν πλησιάσει, παίρνει την κατάλληλη θέση, συνήθως μπροστά απ' το σκυλί σε φέρμα, έχοντας μπροστά του κάποιο ανοικτό μέρος και κατόπιν πετά μια πέτρα μέσα στο θάμνο (όπου βρίσκεται η μπεκάτσα) ή χτυπά με το πόδι το θάμνο για να σηκωθεί η μπεκάτσα. Τουλάχιστον για το σκυλί μεγάλης έρευνας και, επομένως, με τις μακρινές φέρμες, δεν πρέπει να το παροτρύνουμε να σπάσει τη φέρμα για να σηκώσει οποιοδήποτε θήραμα και προπάντων τη μπεκάτσα, διότι πλην των άλλων, το σκυλί μπορεί κατόπιν να σηκώσει μόνο του την μπεκάτσα, μακριά απ' τον κυνηγό και απαρατήρητα στο πυκνό. Το μπεκατσόσκυλο, πρέπει να είναι καλά εκγυμνασμένο και να υπακούει απόλυτα. Στο δάσος που είναι μακριά από τα μάτια του κυνηγού και που ψάχνει ένα θήραμα με δυνατές αναθυμιάσεις και με μεγάλη κινητικότητα, αν δεν είναι καλά γυμνασμένο, μπορεί «να κάνει του κεφαλιού του», τόσο μάλλον που μπορεί να συναντήσει αναθυμιάσεις και ίχνη άλλων θηραμάτων, για τα οποία πρέπει να δείξει αδιαφορία, αφοσιωμένο μόνο στο κυνήγι της μπεκάτσας. Ο πραγματικός μπεκατσοκυνηγός, θιασώτης των σκυλιών μεγάλης έρευνας, που έχει την τύχη να κατέχει ένα τέτοιο σκυλί υψηλής κλάσης και εκγύμνασης, θα μπορεί ν' απολαύσει, στις μπεκάτσες, ένα θαυμάσιο θέαμα, όταν το σκυλί του κατορθώνει να φανερώνει όλα τα προσόντα του.
ΚΥΝΗΓΙ ΜΕ ΣΚΥΛΙ ΜΕΣΑΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Το σκυλί περιορισμένης έρευνας, εφόσον έχει καλή όσφρηση και σταθερή φέρμα, είναι άριστο στο πολύ πυκνό δάσος, το δε μακρότριχο ή το σκληρότριχο και στους ακανθώνες. Το σκυλί αυτό εργάζεται σε μικρή ακτίνα απ' τον κυνηγό (γενικά τα μπρακ, γκριφφόν και επανιέλ) και σε κάποια μεγαλύτερη ακτίνα το κούρτσχααρ, επανιέλ μπρετόν και ντράχτχααρ. Ψάχνει μεθοδικά τους θάμνους, τα κοιλώματα, τις γωνίες, και κάθε στενό και δύσκολο μέρος.
Και γι' αυτά τα σκυλιά περιορισμένης και ενδιάμεσης έρευνας, η εκγύμναση και η υπακοή πρέπει να είναι πλήρεις, η φέρμα σταθερή και η θηραματοφορία τέλεια, τόσο περισσότερο που αποτελεί φυσικό προσόν. Ιδίως όταν το δάσος είναι πολύ πυκνό και ανώμαλο, καθώς και όταν το σκυλί έχει σκούρο χρώμα, χρειάζεται το κουδουνάκι, το οποίο βοηθάει τον κυνηγό στην παρακολούθηση της αόρατης εργασίας. Όμως δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση αυτού του ακουστικού σήματος, διότι ορισμένες ημέρες η μπεκάτσα είναι ιδιαίτερα φοβιτσιάρα ή νευρική, που φεύγει με τον παραμικρό ήχο και θόρυβο που σημαίνουν το πλησίασμα του σκυλιού και του κυνηγού. Υπάρχουν και μπεκάτσες κυρίως στην προχωρημένη εποχή, που γνωρίζουν καλά τον ήχο του κουδουνακιού και σηκώνονται από μακριά μόλις ακούσουν το χαρακτηριστικό κουδούνισμα.
Όπως ελέχθη στα πολύ πυκνά και ιδιαίτερα στα ακανθώδη δάση, είναι κατάλληλα τα σκληρότριχα, μεταξύ των οποίων το ιταλικό σπινόνε, σκυλί ισχυρό, σκληρό με τραχύ δέρμα και τρίχωμα, βίαιο και ορμητικό στο πυκνό (αληθινός «οδοστρωτήρας»), που δεν πτοείται από τα αγκάθια, έξυπνο και με καλή φέρμα. Ιδίως, το λευκό και λευκο-πορτοκαλόχρωμο σαν ανοικτόχρωμο, είναι ορατό στο πυκνό. Όμως, είναι βραδυκίνητο και αρκετά μεγαλόσωμο. Οι Ιταλοί λένε ότι όταν το σπινόνε χρησιμοποιείται μόνο στις μπεκάτσες, είναι άφθαστο. ’ριστο είναι επίσης το ντράχτχααρ, το οποίο εξαπλώνεται αρκετά στην Ελλάδα, που κι αυτό δεν φοβάται τα αγκάθια είναι έξυπνο και αρκετά γρήγορο και ευκίνητο σκυλί. Το ενιαίο ή σχεδόν (μονόχρωμο) καστανό που μοιάζει με το χρώμα των ξερών φύλλων, δεν διακρίνεται στο δάσος, τόσο μάλλον που εργάζεται κάπως μακριά. Το γερμανικό τραχύτριχο (στίχελχααρ), είναι ισχυρό στο πυκνό, αλλά μειονεκτεί μπροστά στο ντράχτχααρ σε ευκινησία και όσφρηση. Το γαλλικό γκριφφόν Κόρθαλ είναι καλό σαν σκληρότριχο στο πυκνό δάσος, αλλά δεν έχει ισχυρή όσφρηση και μεγάλη αντοχή. Τα άλλα σκληρότριχα έχουν λιγότερο ενδιαφέρον.
Από τα μακρότριχα, υπερέχει το επανιέλ, το οποίο γίνεται πολύ καλό μπεκατσόσκυλο, καθώς είναι έξυπνο, ταχύ, ευκίνητο, ζωηρό και ανθεκτικό, αλλά λόγω ακριβώς της ζωηράδας του, πρέπει να έχει γυμνασθεί στην τέλεια υπακοή. Τα άλλα επανιέλ της Γαλλίας (Πικαρδίας κ.λπ.), το μιντερλέντερ και το λάνγχααρ της Γερμανίας, ακολουθούν σε απόσταση. Από τα βραχύτριχα, εξέχει το γνωστό μας κούρτσχααρ, σκυλί έξυπνο, με μεγάλη θέληση, ταχύ, με αρκετά μακρινή έρευνα και πολύ σταθερή φέρμα. Το μειονέκτημά του, (όπως και στο ομοεθνές του ντράχτχααρ), είναι το ενιαίο ή σχεδόν καστανό χρώμα του που συγχέεται με το φθινοπωρινό χρώμα του δάσους και το καθιστά αόρατο, ιδίως όταν έχει κάπως απομακρυνθεί. Γι' αυτό, τόσο για το σκυλί αυτό, όσο και για το ντράχτχααρ, καθώς και για το επανιέλ μπρετόν, (ιδίως το περισσότερο καστανόχρωμο), που κυνηγούν σε κάποια απόσταση από τον κυνηγό, είναι απαραίτητο το κουδουνάκι. Από τ' άλλα βραχύτριχα, χρησιμοποιούνται τα μπρακ γενικά, (γαλλικό, ιταλικό, ισπανικό, Ωβέρνης, Αγ. Γερμανού, ουγγρικό ή βίζλα, της Βαϊμάρης ή βαϊμαράνερ κ.λπ.), αλλά σαν βραχύτριχα δεν είναι κατάλληλα στα πολύ σφικτά και προπάντων στα ακανθώδη μέρη.
ΚΥΝΗΓΙ ΜΕ ΣΚΥΛΟ ΞΕΣΗΚΩΤΗ
Τα αγγλικά σπάνιελς και ιδίως τα πιο γνωστά στην Ελλάδα είναι, το κόκκερ και σπρίνγκερ. Και τα δύο αυτά σκυλιά είναι ζωηρά, ευκίνητα και φλογερά, τα οποία ψάχνουν έως τα 15 μέτρα περίπου στο πυκνό και έως τα 20-25 μ. στο ανοικτό μέρος, «κοσκινίζοντας» κυριολεκτικά το έδαφος. Όταν αισθανθούν την παρουσία του θηράματος κινούν ζωηρότερα την κομμένη ουρίτσα τους, ειδοποιώντας έτσι τον κυνηγό και χωρίς να φερμάρουν καθόλου, ορμούν σηκώνοντας το θήραμα και μετά την τουφεκιά, ψάχνουν να βρουν το πεσμένο, το οποίο φέρνουν στον κυνηγό. Αυτά τα σκυλιά χωρίς φέρμα, ονομάζονται ερευνητές, γιατί το βασικό προσόν τους είναι η έρευνα. Έχουν φυσικό και το προσόν της θηραματοφορίας, που είναι ύψιστης σημασίας κυρίως στα πολύ πυκνά, ακανθώδη και ανώμαλα εδάφη. Λόγω του μακρού τριχώματος, της μικροσωμίας, της ευκινησίας και ευλυγισίας τους, μπαίνουν και στα πιο πυκνά μέρη, ακόμη και μέσα στα βάτα για να βρουν και να σηκώσουν το κρυμμένο εκεί θήραμα, καθώς και να πάρουν το χτυπημένο και πεσμένο θήραμα και να το φέρουν στον κυνηγό.
Αυτά τα σκυλιά, επειδή ακριβώς δεν έχουν φέρμα, πρέπει να είναι με κάθε φροντίδα γυμνασμένα και απόλυτα υπάκουα για να μην απομακρύνονται από τον κυνηγό, ώστε, όταν σηκωθεί το θήραμα να βρίσκεται αυτό εντός της ακτίνας βολής του όπλου. Επιπλέον, ο κυνηγός πρέπει ν' ακολουθεί από κοντά το σκυλί, περπατώντας σε κατάλληλο μέρος ή να περιμένει σε καλό σημείο έξω από το μεγάλο θάμνο, μέσα στον οποίο ψάχνει το σκυλί, και να είναι πάντα έτοιμος για πυροβολισμό, γιατί, (ας επαναληφθεί), το σήκωμα της μπεκάτσας απ' το πυκνό, χωρίς να προηγηθεί φέρμα, είναι αιφνίδιο. Για τα δικά μας δύσκολα ορεινά εδάφη και δύσκολα δάση, το σπρίνγκερ σπάνιελ, σαν πιο μεγαλόσωμο, γεροδεμένο και ισχυρό, είναι πιο κατάλληλο απ' το κόκκερ σπάνιελ, το οποίο αποδίδει καλύτερα στα πεδινά και λοφώδη δασώδη μέρη.
Η ΦΕΡΜΑ
Η μπεκάτσα έχει πολύ έντονη αναθυμίαση, που προδίδει στο σκυλί την παρουσία της. Όμως, οι συνθήκες εργασίας του πουλόσκυλου στο δάσος είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες στην ανοικτή πεδιάδα και λόφο, όπου οι αναθυμιάσεις του θηράματος μπορεί να μεταφέρονται από τον άνεμο, ακόμη και από μακριά. Στο δάσος, όμως, η πυκνή θαμνώδης βλάστηση, τα χαμόκλαδα των δένδρων και διάφορα άλλα εμπόδια, σχηματίζουν ένα παραπέτασμα, που εμποδίζει τη διάδοση των αναθυμιάσεων και εδώ κυρίως η διαφορά της οσφρητικής δυνατότητας μεταξύ των αγγλικών φυλών φέρμας και των φυλών της ηπειρωτικής Ευρώπης, έχει μεγάλη σημασία. Πράγματι, το πόιντερ και το αγγλικό σέττερ μπορούν να συλλάβουν και τη μικρή αναθυμίαση που διαπερνά από το παραπέτασμα αυτό, τα μπράκ, επανιέλ και τ' άλλα σκυλιά της ηπειρωτικής Ευρώπης θ' αναγκασθούν να βάλουν τη μύτη στη γη για να μυρίσουν τα ίχνη (πατημασιές, πούπουλα, κοτσιλιές) της μπεκάτσας. Στην περίπτωση πλήρους άπνοιας, (συχνό φαινόμενο στο μεγάλο και πυκνό δάσος), που δεν μεταφέρονται αναθυμιάσεις, και τα αγγλικά σκυλιά φέρμας αναγκάζονται να βάλουν τη μύτη κάτω για να αισθανθούν τα ίχνη της.
Επειδή η μπεκάτσα έχει περπατήσει γύρω από τη θέση που έχει κρυφθεί, κι επομένως, υπάρχουν πολλαπλά ίχνη της τριγύρω, το σκυλί πρέπει να δείξει προσοχή και σύνεση στο τελευταίο μέρος της έρευνας του πριν απ' τη φέρμα στο θήραμα. Αν η μπεκάτσα περπατά (κοταρίζει), πρέπει να την ακολουθεί σε χρήσιμη απόσταση (για να μη τη φοβίσει και σηκωθεί πρόωρα, αλλά ούτε και να χάσει την επαφή της), ήτοι να την ελέγχει και να την αναγκάσει στο τέλος να δεχθεί τη φέρμα του. Πολλά νεαρά και άπειρα σκυλιά, δεν αντιλαμβάνονται τη μπεκάτσα που έφυγε κρυφά και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τη μυρουδιά της που άφησε στο έδαφος και μερικά κάνουν λευκές φέρμες (ψευτοφέρμες).
Υπάρχουν σκυλιά που, στα χέρια καλών μπεκατσοκυνηγών, γίνονται δάσκαλοι στο κυνήγι της μπεκάτσας, και μάλιστα ειδικεύονται τόσο σ' αυτό το πουλί, που περιφρονούν κάθε άλλο θήραμα. Είναι εξαίρετα στο να διακρίνουν την αξία μιας αναθυμίασης. Δεν κάνουν ψευτοφέρμες και όχι σπάνια πηγαίνουν να φερμάρουν μια μπεκάτσα πολύ μακριά από το μέρος όπου άρχισαν να αισθάνονται την αναθυμίαση της.
Όταν ο καιρός είναι ήρεμος, η μπεκάτσα δέχεται καλά τη φέρμα του σκυλιού, εφόσον αυτό μένει ακίνητο. Δεν θ' αποφασίσει να πετάξει έως ότου το σκυλί προχωρήσει και πλησιάσει προς το μέρος της ή όταν ο κυνηγός ρίξει μια πέτρα ή ένα φυσίγγι (συνήθως αποτυχημένο, όπως κάνουν μερικοί ιδίως στο εξωτερικό) προς την τοποθεσία όπου νομίζει ότι βρίσκεται η μπεκάτσα. Έτσι η μπεκάτσα, τρομοκρατημένη, σηκώνεται ταχύτατα, ξεχνώντας να κάνει τις γνωστές πονηριές, όπως να χρησιμοποιεί το δένδρο και κάθε άλλο εμπόδιο για να καλύψει τα πρώτα μέτρα της πτήσης της.
Η ΒΟΛΗ
Όταν ο μπεκατσοκυνηγός δει το σκυλί του ν' ακινητοποιείται σε φέρμα ή στο πολύ πυκνό δεν ακούσει πια το κουδούνισμα, πρέπει να πλησιάσει και να τακτοποιηθεί, όσο το δυνατό καλύτερα, ώστε να είναι ανάμεσα στο πουλί και στο σκυλί (σε περίπτωση κοντινής φέρμας, θα πάρει θέση στα πλάγια), και με μια έμπειρη ματιά θα υπολογίσει τη ζώνη του πιθανού πετάγματος και την καλύτερη γωνία βολής. Για ένα αποτελεσματικό κυνήγι της μπεκάτσας, πηγαίνουν σχεδόν πάντοτε δύο κυνηγοί. Ο ένας (ιδιοκτήτης του σκυλιού σε φέρμα) μένει στη θέση όπως ελέχθη, και ο άλλος που έχει την αίσθηση της θέσης («πόστο»), με περιστροφικό ελιγμό, θα τοποθετηθεί γρήγορα σε μέρος ελεύθερο για να αποκλείσει τη φυγή του πουλιού και σε περίπτωση αστοχίας, να δει κατά το δυνατό, που θα προσγειωθεί. Η βολή στη μπεκάτσα είναι δύσκολη για δύο σημαντικούς λόγους: Πρώτο, διότι το πέταγμά της (από τη γη), είναι σχεδόν πάντοτε ανοδικό, (σχεδόν κάθετο) και πεταλουδιστό, που είναι, για τον όχι έμπειρο κυνηγό, αιτία πολύ χαμηλής βολής. Δεύτερο, διότι λόγω του περιβάλλοντος, τα κλαδιά εμποδίζουν συχνά τις κινήσεις του κυνηγού, που δεν έχει καιρό να διαλέξει μια ευνοϊκή θέση βολής και οι συχνοί απότομοι ελιγμοί της μπεκάτσας, που χρησιμοποιεί για κάλυψη, κάθε εμπόδιο του δάσους, σαστίζουν τον νεοφώτιστο κυνηγό.
Ο γρήγορος σκοπευτής, που δεν έχει τη συνήθεια να σκοπεύει το στόχο, αλλά να ρίχνει μπηχτές τουφεκιές, πλεονεκτεί. Σε 15 περίπου μέτρα από τη μπεκάτσα που εκτελεί κατακόρυφη πτήση, υπολογίζοντας την ταχύτητα τέτοιας πτήσης στα 30 περίπου χιλιόμετρα την ώρα, πρέπει να γίνει μια προσκόπευση τουλάχιστον 40 εκατοστών. Στα 30 μέτρα, που θα σηκωθεί το πουλί, θα διπλασιασθεί η προσκόπευση. Αντίθετα, ο ήρεμος κυνηγός, θ' αφήσει τη μπεκάτσα να σηκωθεί (εάν λόγω θέσης και χώρου, του είναι δυνατό), και θα την χτυπήσει στο «νεκρό» σημείο, όταν δηλαδή φθάσει την κορυφή των δένδρων και αρχίζει την οριζόντια πτήση, που γίνεται ομαλή και επομένως αρκετά εύκολη στη βολή.

 Το κυνήγι είναι μια δραστηριότητα , η οποία σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη της σύγχρονης παλαιοανθρωπολογίας , ήταν ο κύριος συντελεστής της εξέλιξης του ανθρώπου από ένα πρωτεύον ζώο σε λογικό όν. Με την ανάπτυξη ολοένα και πιο περίπλοκων τεχνικών , όπλων και εργαλείων για πιο προσοδοφόρο κυνήγι , διαφοροποιήθηκαν από τα πρωτεύοντα της εποχής εκείνης και ανέπτυξαν με την πάροδο των αιώνων εξελιγμένο εγκέφαλο. Είναι δε αποδεκτό σήμερα, ότι δεν θα είχε την ίδια τύχη το είδος , αν παρέμενε κυρίως φυτοφάγο. Αλωστε τα "αδέλφια" μας φυτοφάγα πρωτεύοντα, ακόμη παραμένουν στην ίδια σχεδόν βιολογική θέση.

    Αργότερα ( πριν 25-30.000 χρ.) συνειδητοποιώντας την ουσιαστική αξία του κυνηγίου, άρχισε να του αποδίδει θεϊκή οντότητα , ζωγραφίζοντας με απαράμιλλη τέχνη κυνηγετικές παραστάσεις σε σπήλαια , που χρησιμοποιούσε σε θρησκευτικές και μυστικιστικές τελετές. Τέτοιες κυνηγετικές παραστάσεις απεικονίζονται σε βραχογραφίες της Παλαιολιθικής Εποχής, και στον Ελλαδικό χώρο ,στις οποίες φαίνεται ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποιούνταν για την άσκηση του κυνηγίου.

    Το κυνήγι γνώρισε την κορύφωση της "θεϊκής" του έννοιας στην αρχαία Ελλάδα. Αναρίθμητοι μυθικοί ήρωες απετέλεσαν για αιώνες το παράδειγμα για την εκπαίδευση των νέων, λόγω κυρίως των εξαιρετικών κυνηγετικών ικανοτήτων που τους αποδίδοντο ,οι οποίες μάλιστα πάντοτε ήσαν εφάμιλλοι των πολεμικών ικανοτήτων και της "θεϊκής" ανδρείας . Οι νέοι στην αρχαία Ελλάδα , εκπαιδεύοντο στην δεξιότητα του κυνηγίου, παράλληλα μ'αυτές της πολεμικής τέχνης και των γραμμάτων. Λόγω ακριβώς της σπουδαιότητας που είχε στην αρχαϊκή κοινωνία, το κυνήγι προστατευόταν από τη θεά Άρτεμη δεινή κυνηγό . Οχι βέβαια μόνο για την διατροφική του αξία , γιατί ήδη είχε αναπτυχθεί η γεωργία και η κτηνοτροφία , αλλά κυρίως για την εκπαιδευτική του , ενώ για τους ίδιους λόγους αποτέλεσε θέμα συγγραφικών έργων του Ξενοφώντα, του Αριστοτέλη κ.ά.

    Με την κατάρευση της Ελληνικής δημοκρατικής κοινωνίας και έπειτα από την συστηματικοποίηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, το κυνήγι έχασε την εκπαιδευτική και "θεϊκή" του υπόσταση και μετατράπηκε σε άθλημα (Ρωμαϊκή εποχή) και αργότερα ,σε ενασχόληση μόνο των προνομιούχων τάξεων (Μεσαίωνας - Αναγέννηση), με ιδιαίτερη όμως, πάντα, σημασία, όπως φαίνεται κυρίως από τα αναρίθμητα έργα τέχνης που έχουν εμπνευστεί από κυνηγετικά θέματα.

    Μετά τη Γαλλική Επανάσταση παύει να είναι προνόμιο των λίγων και σταδιακά εξαπλώνεται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Η εξάπλωση, όμως, του κυνηγίου ήρθε, δυστυχώς, σε μια εποχή που ο άνθρωπος, ενθουσιασμένος από τη δύναμη που του έδινε η συνεχώς εξελισσόμενη τεχνολογία, αγνοεί παντελώς το περιβάλλον και τους νόμους της φύσης, με μια αλαζονεία που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις πρωτοεμφανιζόμενες βιομηχανικές περιοχές και στις αποικίες, όπου ο "εκπολιτισμός" συνοδεύτηκε από ανεξέλεγκτες και καταστροφικές επεμβάσεις στο περιβάλλον, με ολέθρια αποτελέσματα για την πανίδα.

    Η τεράστια πληθυσμιακή έκρηξη του ανθρώπου , είναι βέβαια και η κυριότερη αιτία της καταστροφής των παραδοσικών βιοτόπων . Η ολοένα και περισσότερο αναζήτηση ζωτικού χώρου και πηγών τροφής και ενέργειας συνεχίζεται και σήμερα από τον άνθρωπο που επεκτείνει συνεχώς τον ζωτικό του χώρο εις βάρος της άγριας πανίδας και χλωρίδας του πλανήτη μας. Τεράστιες παρθένες εκτάσεις οικοδομούνται, (τουρισμός κ.α), δάση εκχερσώνονται καθημερινά στην προσπάθεια εύρεσης νέας γης για το είδος μας, όχι μόνο στις υπανάπτυκτες χώρες αλλά και στην καρδιά των βιομηχανικών και ανεπτυγμένων χωρών. Η "ανάπτυξη" ήταν και είναι το "σλόγκαν" που οδήγησε στην εξαφάνιση αναρίθμητους βιότοπους με ανάλογη μείωση ή ακόμη και εξαφάνιση πολλών ειδών.

    Παρόμοιες ανακατατάξεις και εξαφανίσεις εκατομμυρίων εδών , υπήρξαν βέβαια και στο παρελθόν πριν την εμφάνιση του ανθρώπου, μόνο που συνέβησαν κατά την διάρκεια πολλών χιλιάδων ετών και όχι σε τόσο σύντομο για το βιολογικό ρολόϊ του πλανήτη μας διάστημα. Ισσοροπία δεν υπήρξε ποτέ στη φύση με την έννοια που ακόμη και σήμερα ευαγγελίζονται οι διάφορες οικολογικές οργανώσεις. Η βιόσφαιρα συνεχώς ανανεώνεται και νέα είδη εμφανίζονται καταλαμβάνοντας βιολογικούς θώκους των ειδών που δεν καταφέρνουν να προσαρμοστούν με τις αλλαγές.


Ο ρόλος του κυνηγίου στην εποχή μας
        Τις τελευταίες δεκαετίες το ενδιαφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος επηρεάζει τον τρόπο σκέψης ολοένα και περισσοτέρων ανθρώπων ( δυστυχώς όχι και τον τρόπο ζωής τους απαραίτητα). Εκατομμύρια άνθρωποι συμμετέχουν σε οικολογικές οργανώσεις με αναμφισβήτητες αγνές προθέσεις, αλλά στην μεγάλη τους πλειοψηφία αγνοούν τους βασικούς "κανόνες" και τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών που έχουν διαμορφωθεί μετά από χρόνια μελετών. Όλες οι επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες , καταλήγουν στο συμπέρασμα οτι χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση δεν υπάρχει πλέον "αποκατάσταση " του περιβάλλοντος μιας περιοχής που ήδη έχει αλλοιωθεί. Η απόλυτη "προστασία" που προτείνουν οι περισσότερες οικολογικές οργανώσεις για σχεδόν κάθε περιοχή του πλανήτη μας χωρίς καμία παρέμβαση, ίσως θα ήταν σωτήρια για σχετικά "αμόλυντες" περιοχές του πλανήτη μας, εκεί όπου η ελάχιστη έως μηδενική παρουσία και δραστηριότητα του ανθρώπου δεν έχει επιφέρει αλλαγές. Όμως δυστυχώς τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν λόγω της σπουδαιότητας των ενεργειακών πηγών και των σπουδαίων πρώτων υλών που "κρύβουν" τέτοιες περιοχές, και λόγω φυσικά του τεράστιου κέρδους που αποφέρει η εκμετάλευσή τους .

      Δεν μπορεί λοιπον ένα "κλειστό" φυσικό σύστημα που έχει υποστεί αλλοιώσεις, χωρίς μελέτη, σχεδιασμό και παρεμβάσεις να επιβιώσει . Οπου δοκιμάστηκε κάτι παρόμοιο , απέτυχε με δραματικά αποτελέσματα για την τοπική πανίδα και χλωρίδα. Είναι γνωστά μερικά παραδείγματα. Π.Χ στην Αμερική και στην πολιτεία του Wiskoncin , απαγορεύτηκε κάθε ανθρώπινη παρουσία και παρέμβαση σε μια τεράστια δασώδη έκταση. Τα ελάφια και τα ζαρκάδια πολαπλασιάστηκαν με εκπληκτικό ρυθμό τα πρώτα χρόνια και οι οικολογικές Οργανώσεις πανυγήριζαν! Όμως ο τεράστιος αριθμός τους δεν ήταν δυνατόν να ελεγθεί από τα αρπακτικά της περιοχής και τα πυκνά δάση άρχιζαν να απογυμνώνονται και σε λίγα χρόνια τα δύστυχα ζώα πέθαιναν κατά εκατοντάδες από ασιτία και αρώστιες. Το ίδιο συνέβη και σε ένα καντόνι της Ελβετίας όπου απαγορεύτηκε το κυνήγι . Η ειρωνεία ήταν ότι οι ίδιες αρχές που απαγόρευσαν το κυνήγι εκεί , χρειάσθηκαν τις πληρωμένες υπηρεσίες των κυνηγών για να μειώσουν τον τεράστιο αριθμό των ζώων που αποδεκάτιζαν τα δάση του καντονιού!!

    Ενα άλλο παράδειγμα που αναδεικνύει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τον σωτήριο ρόλο του κυνηγίου , όχι μόνο στον έλεγχο των πληθυσμών της άγριας ζωής, αλλά και στην ίδια την σωτηρία των ζώων και των ανθρώπινων πληθυσμών της περιοχής, είναι το προγραμματισμένο κυνήγι στα εθνικά πάρκα της Αφρικής. Εκεί πριν λίγα μόνο χρόνια, οι τεράστιες "προστατευμένες" περιοχές των Εθνικών πάρκων στις υποανάπτυκτες αυτές χώρες, δεν μπορούσαν , παρ'όλο τον τέλειο βιότοπό τους να συντηρήσουν ούτε τους ανθρώπους των χωριών που ζούσαν εκεί , αλλά ούτε και τα ζώα που αποδεκατίζονταν από την "λαθροθηρία" των κατοίκων. Παρ'όλες τις απεγνωσμένες προσπάθειες διεθνών οργανισμών που έστειλαν εκεί εκατοντάδες αντιπροσώπους με χρήματα και τροφές, δεν μπορούσαν να πείσουν τους ντόπιους οτι θα έπρεπε να προσέχουν τα άγρια ζώα αντί να τα σκοτώνουν. Οι ντόπιοι έβλεπαν τα ζώα σαν τροφή και χρήματα από την εκμετάλευση των οστών, δερμάτων κλπ. αλλά κυρίως σαν "εμπόδιο" στην επέκτασή τους σε νέες περιοχές. Κανένας δεν ήταν διατεθιμένος να διακινδυνέψει την ζωή του σε μια αντιπαράθεση με τους λαθροθήρες.
Όταν άρχισαν τα κυνηγετικά προγράμματα είδαν το όφελος! Ενα τέτοιο κυνηγετικό πρόγραμμα εκπονείται για κάθε περιοχή , και προβλέπει μετά από λεπτομερή καταγραφή, πόσα και ποιά ζώα θα κυνηγηθούν από κυνηγούς απ'όλο τον κόσμο που είναι διατεθιμένοι να χρυσοπληρώσουν για κυνηγετικά τρόπαια. Τα χρήματα που συγκεντρώνονται είναι αρκετά και για την ανάπτυξη των χωριών και για την συντήρηση εκπαιδευμένου σώματος θηροφυλακής που θα εξασφαλίζει ικανό αριθμό ζώων για την επόμενη κυνηγετική περίοδο. Ειδικοί χώροι διαμονής έχουν διαμορφωθεί μέσα στα πάρκα που αποφέρουν επί πλέον χρήματα από παρατηρητές ζώων. Σήμερα οι ίδιες οι κυβερνήσεις πολλών Αφρικανικών χωρών υποστηρίζουν τέτοια προγράμματα και τα αποτελέσματα είναι ορατά πλέον σε όλους. Οι πληθυσμοί των άγριων ζώων σε αυτές τις περιοχές είναι σταθεροί και δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει κίνδυνος γι'αυτά όσο λειτουργούν τέτοια προγράμματα, αλλά και οι κάτοικοι των περιοχών αυτών κατανόησαν την ανάγκη προστασίας τους αφού τους αποδίδουν ένα πραγματικά σωτήριο εισόδημα. Σχεδόν όλες οι μεγάλες διεθνείς οικολογικές οργανώσεις παραδέχονται σήμερα οτι χωρίς το ελεγχόμενο κυνήγι πολύ λίγα θα μπορούσαν να γίνουν για την σωτηρία των ζώων.
Κυνήγι και διαχείρηση των βιοτόπων
     Ο όρος "προστασία" που ήταν και είναι ακόμη δυστυχώς το σύνθημα κάθε οικολόγου ανά την υφήλιο , αντικαταστάθηκε σήμερα από την επιστημονική και όχι μόνο κοινότητα ,με τον όρο "αειφόρος ανάπτυξη" . Λίγοι πλέον δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό, και σε αυτούς δυστυχώς συγκαταλέγεται και η πλειοψηφία των Ελληνικών οικολογικών οργανώσεων. Επιμένουν σε μια στείρα αντιπαράθεση και σε ένα απηρχειωμένο αντικυνηγετικό μίσος, χωρίς να φροντίζουν να ενημερώνονται για την διεθνώς επικρατούσα άποψη για τον σημαντικό ρόλο που έχουν αναλάβει οι κυνηγετικές οργανώσεις σε όλο τον κόσμο.

    Βέβαια η χώρα μας είναι ακόμη πολύ πίσω σε οργάνωση τέτοιων προγραμμάτων αειφόρου ανάπτυξης των βιοτόπων. Την ώρα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως στην Αμερική , οι κυνηγετικές οργανώσεις έχουν πρωτεύοντα ρόλο και ευθύνη για τις κυνηγετικές περιοχές, εκπονώντας και εφαρμόζοντας μεγάλα προγράμματα   διαχείρησης των βιοτόπων , στην Ελλάδα η απηρχειωμένη κυνηγετική νομοθεσία , απαγορεύει σχεδόν κάθε επέμβαση!! Αλλά και οι κυνηγετικές μας οργανώσεις δεν είναι άμοιρες ευθυνών. Ξοδεύτηκαν δις δραχμές από τις συνδρομές των κυνηγών σε πομπώδεις "απελευθερώσεις" θηραμάτων , χωρίς κανένα επιστημονικό πρόγραμμα και ουδεμία μέριμνα για ειδικές εγκαταστάσεις, με μηδενικά φυσικά αποτελέσματα. Δεν ασκήθηκε ποτέ ουσιαστική πίεση στα πολιτικά κόμματα και στους εκάστοτε Υπουργούς για κάποια αλλαγή της νομοθεσίας που θα επέτρεπε στις οργανώσεις μας να έχουν λόγο στα κυνηγετικά θέματα.

     Τα τελευταία μόνο χρόνια κατανοήθηκε επιτέλους από τις κυνηγετικές οργανώσεις , η σπουδαιότητα αυτών των προγραμμάτων και συκροτήθηκαν επιστημονικές ομάδες από ειδικούς συνεργάτες των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών. Ηδη έχουν εκπονηθεί και είναι στο στάδιο της υλοποίησης τέτοια προγράμματα διαχείρησης (Κακοπλεύρι Γρεβενών) με πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Πάντα όμως προσκρούουν στην αρτηριοσκληρωτική στάση της ηγεσίας και των παραγόντων του Υπουργείου Γεωργίας, που δεν θέλουν να χάσουν τον έλεγχο των αγροτικών και κτηνοτροφικών εκτάσεων. Κύριο μέλημα των Οργανώσεών μας πρέπει να είναι η πίεση με όλα τα μέσα προς τους πολιτικούς για συνεργασία σε αυτά τα προγράμματα. Πρέπει να οραματιστούμε και να επιδιώξουμε να γίνει πραγματικότητα , μια αποκεντρωμένη σε Νομαρχιακό επίπεδο "εξουσία" που θα έχει κύριο ρόλο στην σχεδίαση και υλοποίηση προγραμμάτων διαχείρησης , με την παράλληλη ενημέρωση, επιμόρφωση και βοήθεια των κυνηγετικών συλλόγων.

Κυνήγι και οικονομικές δραστηριότητες
     Οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν μια άλλη πτυχή του κυνηγίου. Αγνοούν τι προσφέρει άμεσα αλλά και έμμεσα στην εθνική οικονομία η κυνηγετική δραστηριότητα.
     Κάθε χρόνο οι κυνηγοί καταβάλλουν εισφορά υπέρ του Κεφαλαίου Θήρας, η οποία συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 10.000.000 € .
     Σύμφωνα με στοιχεία της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοτεχνών και Επαγγελματιών Κυνηγετικών Ειδών ο ετήσιος τζίρος από την κυνηγετική δραστηριότητα ανέρχεται στα 110.750.000 € και οι εργαζόμενοι στον κλάδο ανέρχονται στις 10.000.
     Αξιοσημείωτη, όμως, είναι η συμβολή του κυνηγίου και στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας ορεινών και παραμεθόριων περιοχών, ενισχύοντας τον εσωτερικό τουρισμό, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, που οι κυνηγοί είναι σχεδόν οι μοναδικοί "χρηματοδότες". Πολλά ξενοδοχεία, εστιατόρια, πρατήρια καυσίμων των περιοχών αυτών οφείλουν την ύπαρξή τους και συντηρούνται σχεδόν αποκλειστικά από τους κυνηγούς. Σύμφωνα όμως με διεθνείς στατιστικές , αυτός ο τομέας, ο κυνηγετικός τουρισμός, θα ωφεληθεί περισσότερο από την επιστημονικά οργανωμένη και διαχειριζόμενη αγροτική και κτηνοτροφική γη.
     Τα ωφέλη θα είναι διπλά . Θα προέρχονται από τα κέρδη της αύξησης των κυνηγετικών εκδρομών σε πλούσιες σε θηράματα περιοχές και από την παράλληλη γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλευση, η οποία θα γίνεται και αυτή εφαρμόζοντας νέες και αποδοτικές τεχνικές και καλιέργειες , που θα επιτρέπουν την διαμονή και πολαπλασιασμό των θηραμάτων από την μία και παράλληλα παράγουν αποδοτικότερα και πιο "καθαρά" είδη. Τέτοια παραδείγματα και τεχνικές υπάρχουν και μάλιστα στην "υποανάπτυκτη" γειτονιά μας! (Βουλγαρία κ.α.)
Επίλογος
     Το κυνήγι σήμερα δεν είναι μόνο ένα αταβιστικό κατάλοιπο στον άνθρωπο.
Δεν είναι μόνο μια άριστη πηγή καθαρής τροφής.
Δεν είναι μόνο η συνέχιση μιας παραδοσιακής δραστηριότητας.
Δεν είναι μόνο η συντήρηση μιας φυσικής ευρωστίας του νού και του σώματος.
Είναι και μια "πνευματική έξοδος" του ανθρώπου της πόλης και του χωριού. Είναι η μαγεία μιας ελπιδοφόρας ανατολής και τα μελαγχολικά χρώματα σ'ένα ηλιοβασίλεμα.
Είναι η μυρωδιά της φύσης που σε τυλίγει από παντού και σε κάνει να αισθάνεσαι ένα μαζί της και ΟΧΙ εχθρός της.
Είναι η εκκωφαντική ησυχία του δάσους και του βουνού με μόνη "παραφωνία" το λαχάνιασμα το δικό σου και του πιστού σου φίλου, του σκύλου σου. Είναι η ηδονή της υπερπροσπάθειας που καταβάλεις , σε δύσκολες καιρικές και εδαφικές συνθήκες , με μόνη επιβράβευση ίσως, την ανάληψη ενός μικρού "τόκου" από το θηραματικό κεφάλαιο.
Είναι τέλος μια απαραίτητη δραστηριότητα για την ίδια την σωτηρία της φύσης.
ΣΤΟΡΙΚΟ: Το Αγγλικό Σέτερ είναι απόγονος των βρετανικών Σπάνιελ και το βρίσκουμε σε πολλές απεικονίσεις του 16ου αιώνα να κυνηγά πουλιά, ιδίως πέρδικες. Στην συστηματική και επιλεκτική αναπαραγωγή συνέβαλε ο σερ Έντουαρντ Λάβερακ ο οποίος ξεκίνησε να ασχολείται με αυτή (την αναπαραγωγή) την δεκαετία του 1820, και για μεγάλο χρονικό διάστημα τα σκυλιά αυτά ήταν γνωστά σαν Λάβερακ Σέτερ.